Η «ΚΑΡΑΜΑΝΛΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ

In Fiction

karatsip

Ο Αλέξης έκλεισε εκνευρισμένος το τηλέφωνο. Ήταν η τέταρτη φορά σήμερα. Ένας άγνωστος τον καλούσε συνέχεια τις τελευταίες μέρες. Και αντί να μιλήσει, του έβαζε τραγούδια. Αυτό ήταν που τον εκνεύριζε περισσότερο. Τα τραγούδια. Γιατί ο «άγνωστος» δεν του έβαζε τυχαία κομμάτια. Από την άλλη άκρη της γραμμής, ακούγονταν κάθε φορά αντάρτικα.
Ο πρωθυπουργός, άνοιξε την πόρτα του γραφείου του. Το έρημο Μαξίμου απέπνεε μια παράξενη ηρεμία, που τον βοηθούσε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του… Τι ήθελε να του πει ο άγνωστος στο τηλέφωνο; Μήπως ήταν κάποιος από τους φίλους της πλατείας, που ήθελε να του θυμίσει τα παλιά; «Μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν την επιτυχία του άλλου», μονολόγησε.

Μόλις άκουσε τον εαυτό του να λέει αυτά τα λόγια, ένιωσε τον κρύο ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη. Σοκαρίστηκε. «Είναι δυνατόν να είπα εγώ αυτά τα λόγια;». «Εγώ που πιστεύω ότι όλοι είμαστε ίσοι; Εγώ που κατάργησα την Αριστεία, να μιλάω ξαφνικά σαν…». Ούτε τόλμησε να προφέρει τη λέξη.

Προσπάθησε να συγκεντρωθεί ξανά στο θέμα που τον απασχολούσε. Μπα, αποκλείεται να ήταν κάποιος από τους παλιούς «αμεσοδημοκράτες» της πλατείας. Κατ’ αρχήν δεν είχαν το υπηρεσιακό του τηλέφωνο. Έπειτα, είχαν ξεκόψει εδώ και πολύ καιρό. Και το σημαντικότερο: Αυτοί, έκαναν πλέον τις τοποθετήσεις τους στο Facebook και το Twitter, όπου είχαν αμέσως ανταπόκριση. Με το που άρχιζαν τα «γερμανοτσολιά» και τα «δοσίλογε», έβλεπαν τα like να συσσωρεύονται σαν κέρματα σε τυχερό slot machine. Δεν θα έχαναν πλέον τον καιρό τους με συμβολικές χειρονομίες και ανώνυμα τηλεφωνήματα με αντάρτικα…

Πίσω στο σημείο μηδέν λοιπόν. Στο μυαλό του Αλέξη, άρχισε να τρέχει ξανά η data base με τα ονόματα γνωστών και συνεργατών. Μήπως ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης ή ο Μανώλης Γλέζος που ήθελαν να του στείλουν μήνυμα, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τον επαναστατικό του χαρακτήρα; Ότι γινόταν ένα ακόμα κόμμα εξουσίας που κυνηγάει το εφικτό, αντί για το «όνειρο»; Ποιός ήταν αυτός που ήθελε να αφυπνίσει τα επαναστατικά του ένστικτα βάζοντάς τον να ακούσει το «Βροντάει ο Όλυμπος κι αστράφετει η Γκιώνα»;

Μπαααα… Σιγά μην ήταν ο Μανώλης ή ο Μίκης. Κατ΄αρχήν, ο Μίκης αποκλειεται να επέλεγε να βάλει τραγούδια άλλων. Κι έπειτα, αυτοί όποτε ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί του, δεν τον έπαιρναν τηλέφωνο. Έκαναν κατευθείαν δηλώσεις. Ή έστελναν επιστολές. Λίγο να κουνούσαν το δαχτυλάκι και είχαν μπροστά τους καμμιά δεκαριά μικρόφωνα, έτοιμα να μεταφέρουν το «μήνυμα αμφισβήτησης», το «χαστούκι στην ηγεσία» και ό,τι άλλο μπορούσαν να σκεφτούν οι ευφάνταστοι αρχισυντάκτες για να πουλήσουν πολιτική σπουνόπερα…

Ξανά κρύος ιδρώτας… Πότε είχε αρχίσει να σκέφτεται έτσι; Ούτε ένας μήνας δεν είχε περάσει από εκείνο το βράδυ που ο ίδιος προσωπικά ανήγγειλε την άφιξη της «Ελπίδας που έρχεται»; Πότε άρχισε να αποκαλεί τις διαφορετικές φωνές μέσα στο κόμμα, «σαπουνόπερα»;

Λες να έφταιγε η αύρα του Μαξίμου; Μήπως το κτίριο ήταν στοιχειωμένο; Μήπως μεταμόρφωνε μαγικά, όποιον έμπαινε μέσα για να κυβερνήσει;

Ένοιωσε την ανάγκη να βγει έξω. Να ξεφύγει από τη βαριά ατμόσφαιρα των διαδρόμων. Να καθαρίσει τη σκέψη του. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν θα τον πρόσεχε μέσα στη νύχτα. Δεν είχε ούτε ξυρισμένο κρανίο, ούτε σήκωνε τον γιακά του σακακιού του, όπως ο Βαρουφάκης, για να κινδυνεύει από τις εκδηλώσεις λατρείας. «Τι συμβαίνει Αλέξη; Ζηλεύεις;» είπε μεγαλόφωνα στον εαυτό του, καθώς κατηφόριζε την Ηρώδου Αττικού. «Σου έλειψαν τα πολυσέλιδα αποθεωτικά αφιερώματα, σαν αυτά που κάνουν όλοι στον Γιάνη»;

Γιατί τον απασχολούσαν τόσο πολύ αυτά τα τηλεφωνήματα; Κανονικά, αρκούσε ένα υπηρεσιακό σημείωμα για να εξακριβώσει από που προέρχονται. Γιατί είχε πάρει τόσο προσωπικά, μια εμφανώς κακόβουλη φάρσα;

Στο κάτω-κάτω, είχε κάθε λόγο να χαίρεται. Οι Κομισιόν είχε κάνει δεκτή τη λίστα με τις μεταρρυθμίσεις. Με λίγη προσπάθεια μπορούσε να μείνει στην Ιστορία σαν ο πρωθυπουργός που έσωσε τη χώρα από τα νύχια της Τρόικα. Οι άνθρωποι είναι πάντα πρόθυμοι να πιστέψουν αυτό που τους λες, έστω κι αν τα μάτια τους βλέπουν κάτι άλλο. Δεν εχει σημασία να αυξήσεις πράγματι τον κατώτατο μισθό. Αρκεί να τους το πεις. Έτσι δεν έλεγε ο Ανδρέας;
Το τηλέφωνο που ξαναχτυπησε, τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Πάλι ο ίδιος άγνωστος αριθμός. Πάλι η ίδια μελωδία, αυτή η ρωσική που είχε γίνει ο ύνμος του ΕΛΑΣ και που είχαν διασκευάσει πρόσφατα ο Πανούσης με τον Αγγέλακα.

Άρχισε να εκνευρίζεται. Τι σκατά ήθελε επιτέλους αυτός ο τύπος με το τηλέφωνο; Ήθελε να δείξει ότι είναι ένας σύγχρονος αντάρτης; Να δώσει διαπιστευτήρια αγωνιστικού σθένους; Ποιός είχε την ανάγκη να κάνει κάτι τέτοιο; Ποιός είχε ανάγκη να αποδείξει ότι είναι Συριζότερος του Συριζα;

Ο Αλέξης Τσίπρας κοντοστάθηκε παγωμένος. Δεν είχε καταλάβει για πότε πέρασε τη Βασιλέως Γεωργίου και βρέθηκε έξω από το Προεδρικό Μέγαρο. Στο παράθυρο φαινόταν καθαρά μια σκιά να κλείνει βιαστικά το τηλέφωνο. Και τότε έτσι μαγικά, σε μια στιγμή διαύγειας (που τη θυμήθηκε αυτή τη λέξη;) όλα ξεκαθάρισαν. Η αποκάλυψη ήρθε και τον αναστάτωσε σαν παπάκι χωρίς εξάτμιση. Ο άγνωστος «επαναστάτης» ήταν ο Προκόπης! Αυτός τον έπαιρνε τηλέφωνο και έπαιζε αντάρτικα!

Επέστρεψε με γρήγορο βήμα στο Μαξίμου. Ένας ακατανόητος συνειρμός, από αυτούς που κάνει σαν παιχνίδι το υποσυνείδητο, είχε φέρει στο μυαλό του τον Χρήστο Σαρτζετάκη. «Ο Προκόπης είναι ο δικός μου Σαρτζετάκης… Ο Προκόπης είναι ο δικός μου Σαρτζετάκης…» επαναλάμβανε μονότονα στον εαυτό του.
Του άρεσε η ιδέα. Αν ο Προκόπης ήταν ο δικός του Σαρτζετάκης, αυτό σήμαινε ότι εκείνος ήταν ο Αντρέας. Καθόλου κακή αναλογία…

Όμως, κάτι τον βασάνιζε ακόμα. Ο Ανδρέας… Τι θα έκανε ο Ανδρέας αν ήταν στη θέση του; Θα διέγραφε αμέσως αυτούς που τόλμησαν να διαφωνήσουν. Αυτό θα έκανε. Ή θα έβαζε την Αυριανή να τους ξεφτιλίσει. Δεν θα πήγαινε να τους επισκεφτεί, όπως έκανε εκείνος με τον Μίκη… «Άλλες εποχές, άλλες συνήθειες» μονολόγησε. Εγώ είμαι το τέλος της μεταπολίτευσης, όχι η συνέχειά της!

Με το που κάθισε στο γραφείο, χτύπησε τον εσωτερικό αριθμό για το αγαπημένο του delivery. Εκείνο το κεπαμπτζίδικο που τους είχε σώσει τις τελευταίες μέρες με τις ολονυχτίες λόγω Eurogroup. Κάθησε αναπαυτικά στην καρέκλα του πρωθυπουργού και έβαλε τα πόδια επάνω στο γραφείο… Χρειάζονταν επειγόντως κάτι για να καθαρίσει τη σκέψη του. Και τότε το μάτι του έπεσε σε εκείνο το χειρηστήριο, δίπλα στην τηλεόραση…

Το ξημέρωμα τον βρήκε στην ίδια θέση… Γύρω του, τα τσαλακωμένα χαρτιά από το σουβλατζίδικο. Και στα χέρια του, το χειρηστήριο του Playstation. Μέσα σε λίγες ώρες όλα είχαν ξεκαθαρίσει: Η αγάπη που ένιωθε για τον Προκόπη Παυλόπουλο. Ο δισταγμός του να διαγράψει τους διαφωνούντες, όπως ο Αντρέας… Η λίστα με τις μεταρρυθμίσεις που ήδη την είχε καταχωνιάσει στο συρτάρι με τη σημείωση να την θυμηθεί στις επόμενες εκλογές…
Κυρίως όμως, εκείνο που τον είχε συγκλονίσει ήταν η ξαφνική παγωμάρα από την αποκάλυψη της αλήθειας. Ναι. Το είχε πάρει απόφαση. Ό,τι και να του έλεγαν οι άλλοι, πλέον εκείνος ήταν σίγουρος: Δεν θα γίνονταν ποτέ Ανδρέας. Γιατί ήδη είχε αρχίσει να γίνεται Κώστας Καραμανλής!

«Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος είμαι που μετατρέπεται σε Καραμανλή», είπε στον εαυτό του. Το έπαθε ο Σημίτης. Το έπαθε ο ΓΑΠ. Το έπαθε ακόμα και αυτή η νυφίτσα, που επέλεξε λίγο πριν το τέλος, να τον εκπροσωπεί η Σοφία Βούλτεψη… Πρέπει να έχει κάτι η αύρα του Μαξίμου τελικά Κάτι που σε Καραμανλοποιεί, όποιος και να είσαι…
Δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο. «Στο κάτω-κάτω, ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει», σκέφτηκε. Και πάτησε το play…